αδιάδοτος

αδιάδοτος
ος , ον
1) необнародованный; не распространённый (о сведениях и т. п.); 2) не имеющий спроса, не могущий быть реализованным (о товарах и т. п.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "αδιάδοτος" в других словарях:

  • αδιάδοτος — η, ο (Α ἀδιάδοτος, ον) [διαδίδω] νεοελλ. ο μη διαδεδομένος, αυτός που δεν διαδόθηκε ή δεν μπορεί να διαδοθεί, που δεν κυκλοφόρησε στο ευρύ κοινό αρχ. αυτός που δεν διανεμήθηκε ή δεν μπορεί να διανεμηθεί, ο αδιανέμητος …   Dictionary of Greek

  • αδιάδοτος — η, ο αυτός που δεν έχει διαδοθεί, δεν έχει κοινολογηθεί: Η είδηση ήταν εντυπωσιακή και αδιάδοτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ԱՆԲԱՇԽԵԼԻ — ( ) NBH 1 0120 Chronological Sequence: 8c ա. Որ չէ բաշխելի. ἁδιάδοτος *Անհաղորդելի եւ անբաշխելի. Դիոն. երկն. ՟Թ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»